ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΗΣ Β. ΗΠΕΙΡΟΥ
27 Μαΐ 2011

Ο Γ. ΣΟΥΡΛΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΟΣ 1940-41

Η απόφαση της Ομοσπονδίας Σαρακατσαναίων να αφιερώσει το φετινό αντάμωμα στους ήρωες του έπους του 1940-41 αποτελεί πράξη τιμής και έκφραση ευγνωμοσύνης στους μαχητές αλλά ιδιαίτερα στους 7976 που έπεσαν στα πεδία των μαχών της Β. Ηπείρου και παραμένουν 70 χρόνια άταφοι.

Μέσα από το Έπος του `40 διαπιστώνεις το μεγαλείο της Ελλάδος και τη σπουδαία συμβολή της στη διατήρηση των παγκόσμιων αξιών. Αισθάνεσαι ως Έλληνας περήφανος για τον ηρωισμό των μαχητών μας. Διαπιστώνεις επίσης ότι στην εποποιία του 1940-41 βρήκαν την πλήρη έκφρασή τους τα βασικά γνωρίσματα των Ελλήνων, η ομοψυχία στις κρίσιμες στιγμές η άκρατη φιλοπατρία, η χωρίς όρια αυτοθυσία και αυταπάρνηση, η πίστη τους σε πανανθρώπινα ιδανικά. Αισθάνεσαι περήφανος, γιατί οι μαχητές εκείνοι έγραψαν τις πιο λαμπρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.


Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες δίδαξαν πως η ελευθερία δεν είναι μόνο υπόθεση ενός έθνους, ενός κράτους, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας. Προκάλεσαν έτσι τον θαυμασμό της παγκόσμιας κοινότητας. Κατέδειξαν πως είναι αντάξιοι των προγόνων τους των κλασικών χρόνων, της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που τα βασικά της γνωρίσματα ήταν η ελευθερία και η αξιοπρέπεια.

Κατέκτησαν τον τίτλο του ήρωα, τον τιμητικό τίτλο που ο Όμηρος απέδωσε όχι μόνο στους αρχηγούς-πολεμιστές στην τρωική εκστρατεία, αλλά γενικά σ' όλους τους μαχητές που έδειξαν ανδρεία, λεβεντιά, θάρρος.

Αισθάνεσαι περήφανος αλλά και ένοχος και υπόλογος όταν φθάνει η πληροφορία ότι οι πεσόντες παραμένουν άταφοι ή προσωρινά θαμμένοι ελάχιστοι εξ αυτών.

Τρία περιστατικά θα ήταν αρκετά για να θέσουν ενώπιον των ευθυνών του τον καθένα, που το εθνικό του φρόνημα δεν επικυριαρχείται από τις εκσυγχρονιστικές τάσεις της ισοπέδωσης και της αδιαφορίας: μία τηλεφωνική επικοινωνία με έναν Βορειοηπειρώτη για τους άταφους μαχητές, η αφήγηση ενός απόστρατου αξιωματικού για τον νεκρό αδελφό του και η συζήτηση με τον γιο ενός πολεμιστή που σκοτώθηκε στη Βόρειο Ήπειρο.

Ένας Βορειοηπειρώτης στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής

«Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ να αντικρίζω το αλέτρι να αποκαλύπτει κρανία και το τρακτέρ να θρυμματίζει τα οστά των παλικαριών της πατρίδας που έπεσαν στα πεδία των μαχών. Στεναχωριέμαι, θλίβομαι πλέον πονώ όταν σκέφτομαι ότι αυτοί οι ήρωες που βρίσκονται τώρα εδώ στην Βόρεια Ήπειρο μετά από τόσα χρόνια να είναι ακόμα άταφοι. Ούτε ένας τάφος ούτε ένα καντήλι ούτε ένα κερί να ανάψει μία φορά ένας σταυρός γι' αυτούς του γενναίους».

Και συνεχίζει τα παράπονα, τις διαμαρτυρίες και τις εκκλήσεις, με σκοπό να γίνει, επιτέλους, κάτι από την πατρίδα:

«Το μόνο που μπορώ να κάνω εγώ είναι να εγκαταλείψω την καλλιέργεια στο χωράφι μου. Το μόνο που μπορώ να κάνω εγώ είναι να μαζεύω τα κόκαλα, κάποια μικροαντικείμενα, και να τα πηγαίνω στην εκκλησία να τα λειτουργήσει ο παπάς. Προσεύχομαι για να αναπαύσει ο Θεός τις ψυχούλες τους».

Άραγε τι θα μπορούσε να απαντήσει ο αποδέκτης αυτού του δίκαιου σπαραγμού της ψυχής; Όλα αυτά είναι φρόνιμο να τα ακούει κανείς σιωπηλά, να κατεβάσει το ακουστικό, αφού υποσχεθεί, πρώτα στον εαυτό του, ότι θα κάνει το καθήκον του, αφού δεσμευτεί ότι θα ξεκινήσει τον δικό του αγώνα. Υποσχέσεις που δεν μπορεί να είναι διαφορετικές, αν έχεις μάλιστα διαβάσει το πολεμικό ημερολόγιο του Νίκου Παπαβασιλείου, που γράφτηκε 65 χρόνια πριν, θλιβερή επιβεβαίωση της δικής μας αδιαφορίας:

«Τον αιώνιο ύπνο σας θα΄ρθη μια μέρα να ταράξει η σκαπάνη ή το αλέτρι του γεωργού και θα σκορπίσουν τα κόκκαλά σας έξω από τον τάφο σας.Και τότε θα υποφέρετε άστεγοι, κυνηγημένοι, περιπλανώμενοι, περιφρονεμένοι, χωρίς τάφο και χωρίς σταυρό για προστάτη».

Θέλω να βρω τον τάφο του αδελφού μου

Το τηλεφώνημα από τον Βορειοηπειρώτη με παρακίνησε να προστρέξω στο μικρό βιβλίο του ταξίαρχου ε.α. Ιωάννη Λέττα, «Πήγα στο Μπούμπεσι, δε βρήκα το Θωμά» (Γιάννενα 2002), στο οποίο περιγράφει την απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει τον αδελφό του, έφεδρο ανθυπολοχαγό του πεζικού, ο οποίος έπεσε μαχόμενος κοντά στο χωριό Μπούμπεσι:

«... Ξεκινάω για την επιστροφή. Φαρμάκι η καρδιά. Είχα ελπίσει πολύ, πίστευα μπορώ να πω, ότι θα βρεθεί ο Τάφος. Ήθελα να πλύνω τα κόκαλα του Θωμά με κρασί, να τα χαϊδέψω, να τα φιλήσω με αγάπη και υπερηφάνεια, να τα βρέξω με το δάκρυ το αδελφικό, να τα τοποθετήσω στο προσωρινό κιβώτιο και σ'έναν προσωρινό τάφο.

Ο Θωμάς μένει λοιπόν εκεί που έπεσε και πρόχειρα και βιαστικά την τελευταία στιγμή ετάφη και πολύ πιθανόν να περάσαμε δίπλα του... Θέλω να ελπίζω ότι ο τάφος είναι πάντα εκεί. Σ΄ εκείνο το ύψωμα 717, που δεν σημείωναν το υψόμετρο οι χάρτες του ΑΚΑΜ και του Νίκα. Κάπου εκεί κοντά. Όχι πολύ μακριά από το σημείο που ο βοσκός κούρευε τα πρόβατά του. Από τυχαίο γεγονός ίσως. Από κάποια πληροφορία κάποιου διαβάτη, κάποιου βοσκού, κάποιου συμπολεμιστού του, που ίσως μπορέσω να ανακαλύψω και συναντήσω, όπως το έχω πράξει πριν 2-3 χρόνια, αλλά χωρίς συνέχεια δυστυχώς. Και τους παρακαλώ να μη θεωρήσουν το ζήτημα λήξαν.

Ελπίδες... ελπίδες... Αν δεν υπήρχαν κι αυτές στον κόσμο! Αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Θα είμαι διαρκώς έτοιμος για κάθε νέα προσπάθεια και για ότι άλλο μπορώ να κάνω».

Αυτά διαδραματίστηκαν 60 χρόνια μετά από τον χαμό του Θωμά Λέττα, μετά από μια καλά οργανωμένη προσπάθεια, πλην όμως ανεπιτυχή, για να βρεθεί ο τάφος του. Ο ταξίαρχος σε τηλεφωνική μας επικοινωνία εκφράζει πολύ εντονότερα τα συναισθήματά του για τον αδελφό του, αλλά και για όλους τους πεσόντες, όταν συνομιλείς μαζί του:

«Ο καημός μου ο μεγάλος δεν είναι να βρεθεί μόνο ο Θωμάς, αλλά όσο ζω να τιμηθούν οι νεκροί μας, που δόξασαν την πατρίδα, όπως τους ταιριάζει. Αν προλάβω και ζήσω αυτό το γεγονός, θα φύγω ήσυχος και, το σπουδαιότερο, θα μπορώ να πω στον Θωμά ότι η πατρίδα έκανε το καθήκον της, αναπαυθείτε ήσυχοι μέσα στην αγκαλιά της δόξας και τιμής».

Η διαβεβαίωση ότι σύντομα θα τελειώσει αυτή η περιπέτεια, τον γαλήνεψε και ένας βαθύς αναστεναγμός ήταν ο επίλογος της σύντομης επικοινωνίας μας.

Θέλω να προσκυνήσω στον τάφο του πατέρα μου

Όλες οι συζητήσεις με συγγενείς των πεσόντων, με συμπολεμιστές που επέζησαν, παρείχαν συναρπαστικά στοιχεία, μία, όμως, ξεχώρισε. Ήταν μία συζήτηση με το γνωστό δικηγόρο στη Μαγνησία Χαράλαμπο Μαχά, γιο του πολεμιστή του '40 Πέτρου Μαχά, που σκοτώθηκε στις 4 Απριλίου 1941 πολεμώντας στην πρώτη γραμμή του βορειοηπειρωτικού μετώπου, στη γνωστή και από το σχετικό βιβλίο του Άγγελου Βλάχου «Μνήμα της Γριάς» του όρους Κάμχ (Κάμιας). Η αφήγησή του είναι φορτισμένη με πόνο, υπερηφάνεια αλλά και θυμό:

«Πατέρα δεν γνώρισα. Με άφησε στα σπάργανα, όταν κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και έφυγε για το μέτωπο και τα βορειοηπειρωτικά βουνά, όπου και έμελε να μείνει αιώνιος φρουρός της πατρίδας.

Λίγες ημέρες πριν λήξει ο πόλεμος ο πατέρας μου σκοτώθηκε, όπως μας πληροφόρησε αργότερα το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Αισθάνομαι υπερηφάνεια για τον πατέρα μου, για ότι έκανε για την πατρίδα. Έπεσε ηρωικά, έπραξε το αυτονόητο. Μας άφησε βαριά υποθήκη και το δικαίωμα σ'εμάς τους επιζώντες (σύζυγο και δύο ορφανά) να αισθανόμαστε ταπεινά αυτή την υπερηφάνεια. Είναι μεγάλος, άσβεστος ο πόνος, που δεν γνώρισα τον πατέρα μου, που δεν θα τον δω ποτέ. Πιο μεγάλος, όμως, γίνεται ο καημός, όταν δεν ξέρω που βρίσκονται τα οστά του. Δεν υπάρχει τάφος. Δεν μπορώ να πάω να ανάψω ένα κερί, να κλάψω στο μνήμα του.

Έχουν περάσει εξήντα πέντε ολόκληρα χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου και των άλλων συμπολεμιστών του και τα οστά τους εξακολουθούν να βρίσκονται διάσπαρτα στα πεδία των μαχών. Ακούω τη στιγμή αυτή την φωνή του νεκρού Πάτροκλου προς τον Αχιλλέα: Θάπτε με, ότι τάχιστα πύλας Αοίδαο περήσω.

Αισθάνομαι ότι η Πολιτεία δεν εξεπλήρωσε το χρέος της να περιμαζέψει και να ενταφιάσει τα άταφα οστά των ηρώων. Η υποχρέωση της Πολιτείας δεν έχει εξοφληθεί. Ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλέους επισημαίνει αυτό το χρέος της Πολιτείας: Ανδρών αγαθών έργω γενομένων, έργω και τας τιμάς αυτών δηλούσθαι.

Οι επιζώντες, χήρες και προπαντός τα ορφανά, δεν αξίωσαν από την Πολιτεία τη σίτισή τους στο πρυτανείο, ούτε άλλες παροχές ή διακρίσεις. Όμως, έστω και τώρα, το χρέος της πατρίδας είναι βαρύ και οι νεκροί περιμένουν. Τα στρατιωτικά νεκροταφεία στο Αργυρόκαστρο, την Κλεισούρα και την Κορυτσά πρέπει, επιτέλους, να γίνουν. Ήδη από την εποχή των τραγικών ποιητών η Αντιγόνη φέρεται να υψώνει το ανάστημά της, ερχόμενη σε σύγκρουση με την προσταγή του Κρέοντα. Πιστή στους αιώνιους άγραφους νόμους αποφασίζει να αψηφήσει την εντολή του και να θάψει τον νεκρό άταφο αδελφό της Πολυνείκη.

Στην ιστορική πραγματικότητα της κλασσικής Αθήνας δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μετά την ναυμαχία των Αργινουσών, η πόλη καταδίκασε σε θάνατο τους στρατηγούς του αθηναϊκού στόλου, διότι λόγω θαλασσοταραχής, δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς και τα πτώματα των νεκρών.

Ο χρόνος που πέρασε και οι συναφείς δυσκολίες καθιστούν δυσχερή, πολύ δυσχερή, αυτή την προσπάθεια. Αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες για να εκλείψει αυτή η εκκρεμότητα. Γνωρίζω από πρώτο χέρι την συμπεριφορά των αλβανικών αρχών. Όμως, χωρίς να υποστηρίζω ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί κάθε προσπάθεια για την ανεύρεση και ταυτοποίηση των νεκρών, η ανέγερση ενός κενοταφίου ή έστω ενός μνημείου πεσόντων στην περιοχή, όπου άφησαν την τελευταία τους πνοή προς δόξαν της Ελλάδας, αποτελεί ιερή μας υποχρέωση. Είναι πολύ αυτό που ζητάω φίλε Γιώργο;»

ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

Ήταν τρεις μαρτυρίες που σε αγγίζουν, που αισθάνεσαι ότι έχεις υποχρέωση να τις δημοσιοποιήσεις λόγω της ανθρώπινης και της εθνικής τους διάστασης, που η γνώση τους εν σιωπή σε κάνει συνένοχο στη μακρόχρονη αδιαφορία μας. Αισθάνεσαι ότι οφείλεις την άγνοια και την αδράνεια να την απεκδυθείς, να προχωρήσεις στην ενημέρωση, να αναγνωρίσεις τις ευθύνες σου και να προχωρήσεις στην ανάληψη πρωτοβουλιών για τη συστράτευση όλων, προκειμένου να αναπαυθούν επιτέλους εν ειρήνη οι ψυχές των πεσόντων στα πεδία των μαχών.

Για να αισθανθείς το μεγαλείο της ελληνικής εποποιίας, το μέγεθος των ευθυνών και του χρέους μας απέναντι στους πεσόντες μαχητές, δεν αρκούν οι πληροφορίες και τα στοιχεία από τις αρμόδιες αρχές. Επιβάλλεται να επισκεφθείς τις περιοχές που δόθηκαν οι νικηφόρες μάχες, να περπατήσεις εκεί που ακόμη είναι διασκορπισμένα τα οστά των μαχητών, να αντικρίσεις τους ομαδικούς τάφους, να προσευχηθείς στις εκκλησίες όπου συγκεντρώθηκαν τα οστεοφυλάκια. Ίσως ακόμη με την επίσκεψη, πέρα από την άμεση αντίληψη της κατάστασης, αισθανθείς ότι εκπλήρωσες ένα στοιχειώδες χρέος, ικανό να μετατρέψει σε Ευμενίδες τις Ερινύες της αδιαφορίας και της άγνοιας.

Διαβάζοντας το βιβλίο «Οι Ήρωες του 1940 περιμένουν», σε ξεναγεί σε μεταφέρει στα πεδία των μαχών, που με την καταγραφή των γεγονότων και τις αφηγήσεις βορειοηπειρωτών που τα έζησαν, αισθάνεσαι την περηφάνια αλλά και το χρέος να συμβάλεις στην αποκατάσταση της εθνικής εκκρεμότητας με τους άταφους ήρωες. Αυτό το βιβλίο ήταν το βασικό ντοκουμέντο στην Ελλάδα και την Αλβανία για την υπογραφή από τα δύο κοινοβούλια συμφωνία για δύο στρατιωτικά κοιμητήρια στους Βουλιαράτες και τα στενά της Κλεισούρας.

Mνημείο στο Καλπάκι

Υπάρχει ακόμη μια εθνική εκκρεμότητα η ανέγερση μνημείου στο Καλπάκι για τους 13936 που έπεσαν μαχόμενοι κατά τον ελληνοιταλικό πόλεμο από τον Οκτώβριο του 1940 μέχρι τον Απρίλιο του 1941. Στην εκπλήρωση αυτού του χρέους συμβάλλουν οι αναγνώστες του βιβλίου αφού τα έξοδα διατίθενται για την ανέγερσή του.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

«ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΧΡΕΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΤΑΦΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1940»

«ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1940 ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ»

Αρχειοθήκη

Από το Blogger.

Αναζήτηση

Παρακολούθηση με email: